• ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

    Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

    Όχι! H Λατινική Αμερική δεν είναι ένα πολιτικό σκιάχτρο!


    Απέναντι στην αμφισβητήσιμη αντιμετώπιση της αριστεράς της Λατινικής Αμερικής από τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, μια ομάδα ερευνητών και ειδικών της χώρας θέλησε να αποκαταστήσει από αυτό το βήμα μερικές αντι-αλήθειες.

    Με την ιδιότητά μας ως ερευνητές και ειδικοί στη Λατινική Αμερική, η παρουσία αυτής της περιοχής στη γαλλική προεκλογική εκστρατεία θα έπρεπε να αποτελεί την αιτία για πανηγυρισμούς.

    Ωστόσο, παρατηρούμε με ανησυχία την αντιμετώπισή της από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μετά από κάποιες χιουμοριστικές αναφορές στο νησιωτικό χαρακτήρα της Guayana, μας ανησύχησε ο βαθμός της παραπληροφόρησης που αποδεικνύουν οι πρόσφατες διαμάχες οι οποίες εμπεριέχουν από απλουστευτικές έως εντελώς ευφάνταστες ερμηνείες.

    Αυτό μας ανησυχεί ακόμη περισσότερο, διότι διαπιστώνουμε ότι μεγάλες εγχώριες εφημερίδες κινητοποιούν σύνθετα πολιτικά πρόσωπα της πρόσφατης ιστορίας για να τροφοδοτήσουν μια σύγχυση που υπάρχει ήδη μεταξύ ριζοσπαστικής αριστεράς και αυταρχισμού, όπως είναι για παράδειγμα ο συγκλονιστικός τίτλος της εφημερίδας «Le Figaro»: «ΚΑΣΤΡΟ, ΤΣΑΒΕΣ, … ΜΕΛΑΝΣΟΝ, Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΤΑΚΤΟΡΩΝ;»

    Δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε: έγκειται απλώς στην πρόκληση τρόμου σε ένα ακροατήριο αναποφάσιστων ψηφοφόρων;

    Πράγματι, πολλά μέσα ενημέρωσης δεν φαίνεται να διατηρούν σε ισορροπία την αριστερά της Λατινικής Αμερικής, αλλά μόνο τα στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν έτσι ώστε να την παρουσιάσουν ως σκιάχτρο με απώτερο σκοπό να υπονομεύσουν την αξιοπιστία των πολιτικών κινημάτων που εμπνέονται εν μέρει από αυτήν.

    Αντιμέτωπα με πολύπλοκα και συχνά άγνωστα ζητήματα, ορισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης τείνουν να αποκτούν ελευθερίες με την ιστορία και τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της περιοχής. Ακόμη και στα δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως είναι το τηλεοπτικό κανάλι France 2 για παράδειγμα, όπου ένα ρεπορτάζ του 2012 σχετικά με την επανεκλογή του Ούγκο Τσάβες ήταν γεμάτο από «χοντρά» λάθη και συμπεράσματα, ή πιο πρόσφατα το Μάιο του 2016 όταν παρενέβη ο François Lenglet στο πρόγραμμα «Des paroles et des actes» (Λόγια και Πράξεις) και αβάσιμα κατηγόρησε τον πρόεδρο Έβο Μοράλες για διαφθορά.

    Πέρα από τις ανακρίβειες, διαπιστώνουμε μια γενική έλλειψη ενδιαφέροντος για μια πραγματική κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών.

    Μερικοί δημοσιογράφοι γνωρίζουν εις βάθος τα σύγχρονα προβλήματα της Λατινικής Αμερικής και καλούν εμπειρογνώμονες ικανούς να προτείνουν πολύ οξείες αναλύσεις, ιδίως στην περίπτωση της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στη Βενεζουέλα. Αλλά συχνά σχολιαστές με τη μεγαλύτερη επιρροή μεταφέρουν συχνά μια κατακερματισμένη και στερεότυπη άποψη της κατάστασης. «Βενεζουέλα; Εύκολο! Πολύ πετρέλαιο, αυταρχικοί πρόεδροι που μονοπωλούν την τηλεόραση, περιορισμένη σίτιση και διαδηλώσεις!».

    Η μακροπρόθεσμη ανάλυση των διαρθρωτικών αιτίων είναι προφανώς λιγότερο ελκυστική για την κατανόηση των σύγχρονων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών πραγματικοτήτων.

    Παρά την θεμελιώδη φύση του, δεν αντιμετωπίζεται το θέμα της ένταξης των χωρών της Λατινικής Αμερικής στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και των «άνισων ανταλλαγών». Ωστόσο, ένας από τους κύριους παράγοντες για τις οικονομίες των χωρών αυτών έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εξαγωγή των πρώτων υλών και ότι η αστάθεια των τιμών αυτών έχει άμεσο αντίκτυπο στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και στις εγχώριες χρηματοοικονομικές αγορές. Στον ακαδημαϊκό χώρο, αυτό που θεωρητικολογήθηκε ως «ολλανδική ασθένεια» ή «η κατάρα των φυσικών πόρων» (οι μακροπρόθεσμες οικονομικές επιδόσεις μιας χώρας είναι αντιστρόφως ανάλογες με το εύρος των φυσικών πόρων), φαίνεται να είναι άγνωστη στις δημοσιογραφικές αναλύσεις που αποκαλούνται επιστημονικές και αντικειμενικές.

    Σκοπός μας εδώ δεν είναι να εξηγήσουμε πόσο μάλλον να δικαιολογήσουμε τα λάθη των κυβερνήσεων που ανήλθαν στην εξουσία από το 2000.

    Το αντίθετο, καλούμαστε να αναπτύξουμε πραγματικές κριτικές αναλύσεις και να ξεπεράσουμε την ύπνωση του στιγμιαίου. Έτσι, μπορούν να ξεπεραστούν οι απλουστευτικές ερμηνείες που ορίζουν τα καθεστώτα ως «καλά» ή «κακά» και να κατανοηθούν οι ιστορικές διεργασίες που παράγουν ιδιαίτερες καταστάσεις.

    Ο μεγάλος σχηματισμός του νέου κύματος της αριστεράς

    Τι ήταν η Βενεζουέλα πριν τον Τσάβες; Το Εκουαδόρ πριν τον Κορέα; Η Βολιβία πριν τον Μοράλες; Η Βραζιλία πριν τον Λούλα; Η Αργεντινή πριν τον Κίρχνερ;

    Αφετηρία μας ένα συγκεκριμένο θέμα: ο πληθωρισμός στην Αργεντινή κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Κίρχνερ. Για να το σχολιάσουμε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαρθρωτική αδυναμία του νομίσματος της Αργεντινής, λόγος που προκάλεσε τον υπερπληθωρισμό κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Ραούλ Αλφονσίν το 1988.

    Θα πρέπει να θυμίσουμε την εκ νέου εξειδίκευση της οικονομίας γύρω από την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων στα τέλη του 1979 με την παύση των πολιτικών εκβιομηχάνισης για την αντικατάσταση των εισαγωγών, που ενισχύθηκε από τις δρακόντειες προϋποθέσεις που επιβλήθηκαν από το  νομισματικό συμβούλιο και τα μέτρα που εφαρμόστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του Κάρλος Μένεμ. Ο τελευταίος, εκτέλεσε κατά γράμμα τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής που συνέστησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), μέσω της ιδιωτικοποίησης υποδομών, δημοσίων επιχειρήσεων και ολόκληρων τομέων κοινωνικών υπηρεσιών.

    Επίσης, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τις προϋποθέσεις εισαγωγής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, τόσο στην Αργεντινή όσο και στη Χιλή –που θεωρήθηκε από πολλούς ιστορικούς ως «εργαστήριο» στο οποίο το σοκ ήταν ιδιαίτερα βίαιο- από δικτατορίες που σχετίζονται με τις εγχώριες οικονομικές ελίτ, με την υποστήριξη των ΗΠΑ μέσα από την περίφημη «επιχείρηση Κόνδωρ», εργαλείο  αγώνα κατά των κομμουνιστών και της αριστεράς. Κάθε ερώτημα μοιάζει να είναι μία κλωστή από ένα τεράστιο κουβάρι ιστορικών και πολιτικών διαδικασιών. Ο χρόνος και η πολυπλοκότητα των καταστάσεων δεν μπορούν να εξηγηθούν με συνέπεια από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά θα πρέπει τουλάχιστον να παρέχουν στοιχεία για να τροφοδοτηθούν οι αναλύσεις.

    Οι κυβερνήσεις που προηγήθηκαν του «κύματος της αριστεράς» στη Λατινική Αμερική, οδήγησαν τις αντίστοιχες χώρες στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις. Παρόλα αυτά, παρά τις αυταρχικές πολιτικές και τα καταστροφικά οικονομικά αποτελέσματα, οι επιλογές αυτών των ηγετών σπάνια αμφισβητούνται από τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, λες και η υπακοή στους κανόνες του ΔΝΤ να εγγυάται την καλή πορεία για τις «περιφερειακές χώρες».

    Σαφώς, οι νέες αριστερές κυβερνήσεις δεν απολαμβάνουν την ίδια μιντιακή επιείκεια.

    Ωστόσο, τα κοινωνικά και δημοκρατικά τους αποτελέσματα είναι πολλά. Τα ολισθήματα και οι αποτυχίες είναι αρκετά γνωστά και έχουν συζητηθεί στη Γαλλία, οπότε δεν χρειάζεται να αναφερθούν. Ας κάνουμε λοιπόν μία σύντομη επισκόπηση των επιτυχιών τα τελευταία 15 χρόνια.

    Αυτά τα πολιτικά κινήματα προέρχονται από τις κοινωνικές κινητοποιήσεις των δεκαετιών του 1990 και του 2000 και δομήθηκαν γύρω από τα συνδικάτα, ομάδες ακτιβιστών για τα δικαιώματα των ιθαγενών λαών, συλλογικότητες και τοπικές δράσεις, κινήματα για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος και του φεμινιστικού κινήματος. Στον πολιτικό στίβο, χαρακτηρίζονται από τη βούληση να βρεθούν μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και ριζοσπαστικής αριστεράς. Οι πρακτικές μετατόπισης της πρόσβασης στη θεσμική πολιτική θα έπρεπε να επιτρέψουν την επανοικειοποίηση της πολιτικής και τη διεύρυνση της συμμετοχής.

    Με αυτή την έννοια, οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις επέτρεψαν την εισαγωγή των ανακλητικών δημοψηφισμάτων στη Βενεζουέλα, στη Βολιβία και στο Εκουαδόρ, τη συνταγματοποίηση της καλής διαβίωσης. Παρά τις κάποιες ομοιότητες, αυτή η «νέα αριστερά» ποικίλει εξαιρετικά και περιλαμβάνει τόσο τις μπολιβαριανές κυβερνήσεις όσο και την οικο-σοσιαλιστική έμπνευση κατά του νεοφιλελευθερισμού (Βενεζουέλα, Εκουαδόρ, και Βολιβία) όσο και προοδευτικές κοινωνικό-φιλελεύθερες κυβερνήσεις (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και ως ένα βαθμό Χιλή).

    Στο κοινωνικό επίπεδο, οι ακραίες ανισότητες της ηπείρου δεν είναι δυστυχώς, πρόσφατες, ούτε οφείλονται στις κυβερνήσεις της αριστεράς.

    Μέσα από τις διαφορετικές στρατηγικές και χωρίς να να καταφέρουν να απελευθερωθούν από το εισόδημα που προέρχεται από την εξαγωγή πρώτων υλών, οι δημόσιες πολιτικές αυτών των χωρών έχουν συγκεντρώσει τις προσπάθειές τους στη μείωση του κοινωνικού χάσματος. Παρά την οικονομική κρίση, το 2000 δόθηκε η δυνατότητα σε πάνω από 30 εκατομμύρια Βραζιλιάνους να ξεπεράσουν τη φτώχεια. Στη Βολιβία το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας έπεσε από το 66,4% το 2000, στο 38,9% το 2015, ενώ στο Εκουαδόρ έπεσε από το 44,6% το 2004, στο 22,5% το 2014.

    Στη Βενεζουέλα, το ποσοστό εγγραφής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκε από το 47% το 1995 στο 75% το 2007, ενώ ο συντελεστής Gini [1] έπεσε από το 435 στο 0,402 και ανεγέρθηκαν χιλιάδες κατοικίες. Υπό τις Προεδρίες Κίρχνερ  (2003-2015), στην Αργεντινή ξεκίνησε μια διαδικασία ανοικοδόμησης των θεμελίων του κράτους πρόνοιας μέσω της δημιουργίας ενός καθολικού επιδόματος για τα παιδιά, για τις συντάξεις και τη διασφάλιση της ελεύθερης παροχής των δημόσιων υπηρεσιών (υγεία, παιδεία).

    Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και η πολιτική πόλωση

    Η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης ανήκουν σε μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους που παράλληλα αποτελούν και σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες. Στην Λατινική Αμερική μια έκθεση του Observacom [2] αξιολόγησε πως αυτό ισχύει για ένα ποσοστό 60% του συνόλου στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, κάποιες κυβερνήσεις προσπάθησαν να βρουν εναλλακτικές για τη διασφάλιση του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης και την ελευθερία έκφρασης.

    Παράδειγμα αποτελεί ο Νόμος των Μέσων στην Αργεντινή, του οποίο στόχος είναι ο περιορισμός της συγκέντρωσης των μέσων ενημέρωσης σε μεγάλους ομίλους, η ενίσχυση των μέσων του δημοσίου τομέα και η προώθηση των συνεργατικών, συνεταιριστικών και τοπικών ΜΜΕ. Διαβλέποντας τον κίνδυνο για την εμπορική του επέκταση, ο όμιλος Clarin, ένας από τους βασικότερους ειδησεογραφικούς ομίλους της Αργεντινής[3] μετετράπη σε μεγάλο αντίπαλο της κυβέρνησης Κίρχνερ. Αντιδρώντες σε αυτή τη συμπεριφορά, τα δημόσια ΜΜΕ κάποιων χωρών μετετράπηκαν με τη σειρά τους σε βήμα για την προώθηση των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, ενισχύοντας έτσι το μηχανισμό πόλωσης.

    Η πολιτική πόλωση είναι, επομένως, έργο των ΜΜΕ.

    Η ταχύτητα με την οποία ο νέος Αργεντινός πρόεδρος, Μαουρίσιο Μάκρι, κατήργησε το Νόμο των Μέσων δείχνει το πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ για την λατινοαμερικανική δεξιά. Δυστυχώς, ο γαλλικός τύπος – ίσως υπερβολικά σίγουρος για την δημοσιογραφική του αμεροληψία – επανεξετάζει συχνά αναλύσεις υπέρ των συντηρητικών και των νεοφιλελεύθερων. Έτσι, η κρίση στη Βραζιλία, η οποία επέτρεψε την εγκαθίδρυση της ακραίας φιλελεύθερης κυβέρνησης του Μισέλ Τέμερ, ειδώθηκε από την σκοπιά των μέσων που στήριζαν την οικονομική ελίτ, όπως το Globo, τo Folha de São Paulo, το Estadãode São Paulo και το Veja, που συμμετείχαν περισσότερο ή λιγότερο στην καθόλου δημοκρατική καθαίρεση της Ντίλμα Ρούσεφ.

    Έτσι έχει γαλουχηθεί η άγνοια των δημοκρατικών και πολιτικών εξελίξεων που επηρεάζουν τις λατινοαμερικάνικες κοινωνίες. Πέρα από τις κυβερνητικές πολιτικές, η παρατήρηση της Λατινικής Αμερικής μόνο μέσω της βολικής καταγγελίας των τσαβικών ή καστρικών εκτροπών ή μιας συγκαταβατικής μιζέριας συμβάλλει στη διατήρηση ευρωκεντρικών αποτυπώσεων που αρνούνται κάθε αυθεντική, δημιουργική κι απελευθερωτική δύναμη, ιδιαίτερα καινοτόμες στο κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο, που συχνά προκαλούνται από συλλογικές κινητοποιήσεις.

    Αυτές οι τελευταίες, όπως και όλα τα κοινωνικά κινήματα συλλογικής οργάνωσης «της βάσης», ελάχιστα προβάλλονται στα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, παρά το γεγονός ότι αποτελούν σήμερα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολιτικά φαινόμενα.

    Η πολύ κατά προσέγγιση εικόνα που δίνουν αυτά τα μέσα για τις διάφορες πραγματικότητες της Λατινικής Αμερικής ευνοεί την επικράτηση μιας γενικευμένης παραπληροφόρησης, η οποία επιτρέπει σε λίγο σοβαρά δημοσιεύματα να έχουν μεγάλη επιτυχία και εντάσσοντάς τα στο ομιχλώδες τοπίο. Έτσι, όταν ένα άρθρο ύπουλα συσχετίζει τη σύγχρονη κατάσταση με τις στρατιωτικές δικτατορίες της δεκαετίας του 1960, του 1970 και του 1980, η γραμμή του, που εξυπηρετεί αυτήν ακριβώς τη δημαγωγία που υποτίθεται ότι καταγγέλλουν, φαίνεται σχεδόν αποδεκτή. Πώς να μην αντιδράσουμε και να μην καταδικάσουμε αυτά τα επιχειρήματα, όσο εξακολουθούν να ζουν μαζί μας εξόριστοι πολιτικοί και τα παιδιά τους;

    Είναι ατυχές το γεγονός ότι στον πολιτικό στίβο οι γυναίκες και οι άνδρες στρεβλώνουν την κοινωνική πραγματικότητα για να την χειραγωγήσουν υπέρ τους.

    Σε αυτή την περίπτωση, αν μπορούμε να επικρίνουμε τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν επειδή αναφέρεται μόνο στις επιτυχίες της αριστεράς της Λατινικής Αμερικής, σε καμία περίπτωση δεν είναι λογικό ή νόμιμο να αντιτάξουμε μια εκ διαμέτρου αντίθετη ανάγνωση: ο ρόλος του δημοσιογράφου, όπως και του ερευνητή, είναι να  προσπαθεί να κάνει τον κόσμο πιο κατανοητό. Ωστόσο, εδώ και περίπου δέκα ημέρες, βλέπουμε μια πολύ αμφισβητήσιμη παρουσίαση της Λατινικής Αμερικής στον γαλλικό τύπο. Τροφοδοτούμενοι τόσο από έναν πολιτικό και εκλογικό κυνισμό καθώς και από έναν λανθάνοντα ευρωκεντρισμό, μειώνουν την ιστορία της Λατινικής Αμερικής και την κοινωνική και πολιτική της πολυπλοκότητα σε καρικατούρα. Μερικά παραδείγματα της Λατινικής Αμερικής δείχνουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης δημοκρατία όταν τα ΜΜΕ προτιμούν την πολεμική, καθώς και την πολιτική εργαλειοποίηση, από τα γεγονότα και την εξήγησή τους.

    [1] Μέτρο της εισοδηματικής ανισότητας σε μια χώρα, από το 0 που δηλώνει τη μεγαλύτερη ισότητα έως 1 για τη μεγαλύτερη ανισότητα.

    [2] Observatoire latino-américain de médias et convergence.

    [3] Πρώτη σε αριθμό εκδόσεων εφημερίδα και το 60% της αγοράς καλωδιακής τηλεόρασης

    **Δημοσιεύτηκε αρχικά στις 20 Απριλίου 2017 στη στήλη “Tribuna” του εβδομαδιαίου γαλλικού περιοδικού Politis.

    Συντάκτες:

    Elsa Broclain, doctorante, EHESS-CRAL
    Nicolas Fayette, doctorant, Sorbonne Nouvelle – IHEAL – CREDA
    Gilles Martinet, doctorant, Sorbonne Nouvelle – IHEAL – CREDA
    Florian Opillard, doctorant, EHESS
    Sylvain Pablo Rotelli, doctorant, Paris 1 – IRD
    Gianna Schmitter, doctorante, Sorbonne Nouvelle – CRICCAL

    Για να υπογράψετε, στείλτε στη διεύθυνση: media.amlat@gmail.com
    • Blogger Comments
    • Facebook Comments

    0 σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    Item Reviewed: Όχι! H Λατινική Αμερική δεν είναι ένα πολιτικό σκιάχτρο! Rating: 5 Reviewed By: e kozani
    Scroll to Top