• ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

    Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

    Βιομηχανία θανάτου ή, αλλιώς, ιμπεριαλισμός και φασισμός! (3)

    Οι εταιρείες δεν έχουν αρχές. Οι εταιρείες δεν έχουν ιδεολογία. Έχουν μόνο την προοπτική του κέρδους ή και της ζημίας…

    Του Δημήτρη Κούλαλη
    Πηγή: nostimonimar.gr
    Αυτή τη θεμελιώδη για τον καπιταλισμό αρχή φαίνεται να είχαν στο μυαλό τους οι ιθύνοντες της «Kodak», οι οποίοι κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στα γερμανικά υποκαταστήματά τους χρησιμοποιούσαν τους εργάτες που τους παρείχαν αφειδώλευτα  τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αρκετά από τα ευρωπαϊκά υποκαταστήματα της εταιρείας  είχαν συνάψει σοβαρές εμπορικές συμφωνίες με τη ναζιστική κυβέρνηση. Σημειώστε ακόμη, ότι ο ίδιος ο Κέπλερ, ένας από τους κορυφαίους οικονομικούς συμβούλους του Χίτλερ, είχε στενούς δεσμούς με τα διευθυντικά στελέχη της «Kodak».

    Στη δεκαετία του 1930, άλλος ένας μετέπειτα ευυπόληπτος κεφαλαιούχος «ανακάλυψε» τις ευεργετικές ιδιότητες του φασισμού. Ήταν ο Ούγκο Μπος. Μάλιστα, ο συγκεκριμένος, όχι απλά είχε «πάρε δώσε» με τους ναζί, αλλά, όπως είχε ομολογήσει το 1997 ο γιος του, Ζίγκφριντ Μπος, είχε ενταχθεί στο ναζιστικό κόμμα. «Φυσικά ο πατέρας μου ανήκε στο κόμμα των ναζί. Αλλά ποιος δεν ανήκε τότε ;», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά (New York Times: Hugo Boss Acknowledges Link to Nazi Regime, 15/8/1997).

    Ο Μπος, αρχικά ως μέλος της χιτλερικής νεολαίας και στη συνέχεια ως επίλεκτος των «SS», υπηρέτησε το ναζιστικό καθεστώς. Κάτι το οποίο εξαργύρωσε στη συνέχεια, όταν ίδρυσε την εταιρεία του.

    Μην ξεχνάμε ότι προμηθευόταν τζάμπα εργατικό δυναμικό (διάβαζε σκλάβους) από την Πολωνία και τη Γαλλία με την ευγενική χορηγία του Τρίτου Ράιχ.

    Παρόμοια ιστορία  συναντά κανείς πίσω από το «αμάξι του λαού». Ήταν το 1934, όταν ο Φέρντιναντ Πόρσε, ο άνθρωπος πίσω από τη «Volkswagen» και την «Porsche», συναντήθηκε με τον Χίτλερ προκειμένου  να συζητήσουν τη δημιουργία του «αυτοκινήτου του λαού».

    Ο Χίτλερ, παρήγγειλε στον Πόρσε ένα αυτοκίνητο με ένα αεροδυναμικό σχήμα, «όπως ένα σκαθάρι». Έτσι γεννήθηκε το «Volkswagen Beetle».

    Όμως, το μεδούλι της όλης ιστορίας, δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι ένας ισχυρός βιομήχανος δημιουργεί ένα προϊόν σε συνεννόηση με έναν δικτάτορα, όπως ο Χίτλερ. Φευ! (Άλλωστε, ο τελευταίος, ήταν εκείνος που διαβεβαίωνε σε μια δίωρη ομιλία του στο «Hotel Atlantic»[28/2/1926],  την αφρόκρεμα του γερμανικού κεφαλαίου, ότι θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια «για να συντριβεί η μαρξιστική απειλή και ο εργατικός συνδικαλισμός»*).

    Η δυσώδης οσμή αυτής της σατανικής, σκωληκόβρωτης συνεργασίας, αναδίδεται από το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π, 4/5 εργαζόμενους στα εργοστάσια της «Volkswagen» προέρχονταν αποκλειστικά από τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης. Ο ίδιος  ο Χάινριχ Χίμλερ, ένας από τους ηγέτες των «SS», προμήθευε τον Πόρσε με εργάτες-σκλάβους από το Άουσβιτς.

    Και, επειδή κινητήρας χωρίς καύσιμο δεν λειτουργεί, στο παιχνίδι του καπιταλιστικού σκοταδισμού μπήκε και η Standard Oil. Σύμφωνα με την Έκθεση του MIT, «A People’s History of the United States», 2/12/2000, όταν η «Deutsche Luftwaffe», η Πολεμική Αεροπορία της ναζιστικής Γερμανίας, βγήκε στην αγορά, αναζητώντας τετρααιθυλικό μόλυβδο για τα αεροπλάνα της, η ιδρυθείσα το 1870 από τον John D. Rockefeller, Standard Oil -όντας μία από τις μόλις τρεις εταιρείες που θα μπορούσε να κατασκευάσει αυτό το είδος καυσίμου- δήλωσε παρούσα. Χωρίς τη συνδρομή της, με το αζημίωτο φυσικά, η γερμανική Πολεμική Αεροπορία δεν θα μπορούσε να είχε σηκώσει τα αεροπλάνα της από το έδαφος. Όταν η Standard Oil διαλύθηκε ως μονοπώλιο, διασπάστηκε στην «ExxonMobil», τη «Chevron» και τη «BP», οι οποίες υπάρχουν μέχρι σήμερα.

    Την ενέργεια που έλειπε απ’ το γερμανικό στρατό, έδωσε απλόχερα και η «Coca-Cola», αυτή τη φορά στο ανθρώπινο δυναμικό της πολεμικής μηχανής των ναζί. Όπως σημείωνε σε δημοσίευμά της η Daily Mail (4/3/2015,«Coca-Cola pulls ‘Nazi’ Fanta advertisement which referred to the 1940s as ‘the good old times»)  η «Coke» ήταν από εκείνες τις εταιρείες που έπαιζαν σε διπλό ταμπλό. Μια τακτική, η οποία αρμόζει σε κάθε σοβαρό καπιταλιστή που ξέρει στοιχειωδώς τους νόμους της αγοράς. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, λοιπόν, ενώ, φαινομενικά, υποστήριζε τα αμερικανικά στρατεύματα, παράλληλα, πότιζε με τη «γλυκόπιοτη» σόδα της τους ναζί.  Κι όταν το ανθρακούχο σιρόπι εξαντλήθηκε στη Γερμανία στα 1941, λόγω των περιορισμών του πολέμου, η «Coca Cola», πάλι έδωσε τη λύση. Εφηύρε ένα νέο ποτό, προοριζόμενο ειδικά για τα ναζιστικά στρατεύματα. Ήταν, μια σόδα με γεύση φρούτων. Ήταν η «Fanta». «Πολύ πριν η Fanta συνδεθεί με εξωτικές γυναίκες που τραγουδούν γευόμενες το δροσερό αναψυκτικό τους», σημείωνε η Μail, «αποτελούσε το ανεπίσημο ποτό της ναζιστικής Γερμανίας».

    Παρομοίως, η εταιρεία «Adam Opel AG», μια γερμανική κατασκευαστική εταιρεία αυτοκινήτων που ανήκε στην General Motors (την οποία ήλεγχε η οικογένεια Ντιπόν), μετατράπηκε σε εταιρεία κατασκευής στρατιωτικού εξοπλισμού. Κατασκεύαζε φορτηγά για τον γερμανικό στρατό, όπως το τριών τόνων «Opel Blitz» που χρησιμοποιήθηκε στις αστραπιαίες επιθέσεις ενάντια στην Πολωνία, την ΕΣΣΔ κ.ά. Κατασκεύαζε ακόμη, τμήματα αεροπλάνων, όπως μηχανές για τα «Wunderbomber», την αφρόκρεμα της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας. Παράλληλα βέβαια, όπως η ίδια κόμπαζε σε ένα τηλεοπτικό διαφημιστικό σποτάκι της, συνέδραμε τους Συμμάχους με την κατασκευή γεφυρών και δρόμων. Οι θυγατρικές, όμως, της GM στη Γερμανία ήταν εξαιρετικά κερδοφόρες και οι εσωτερικές πολιτικές σχέσεις της Γερμανίας «δεν απασχολούσαν τις επιχειρήσεις της GM», όπως είχε δηλώσει κατά λέξη το 1939 ο Άλφρεντ Σλόαν, πρόεδρος της «General Motors».

    Στο ίδιο μήκος κύματος και η «ΙΒΜ». H εταιρεία που «έτρεχε να συνδράμει, όταν ο πελάτης ζητούσε βοήθεια». Και το έκανε. Με τον Χίτλερ. Όταν ο τελευταίος ζήτησε τους τεχνικούς της για την εφαρμογή των προγραμμάτων εξόντωσης και καταναγκαστικής εργασίας που σχεδίαζαν οι ναζί. Αν και οι ιθύνοντες της εταιρείας, όπως ο διευθυντής της, Τόμας Ουάτσον, είχαν αναστολές για αυτή τη συνεργασία. Όχι, όμως, για τους λόγους που μπορεί να φαντάζεστε. Σύμφωνα με τον Πίτερ Ντράκερ, στέλεχος της εταιρείας, ο Ουάτσον ναι μεν είχε αναστολές, αλλά «όχι γιατί πίστευε πως ήταν ανήθικό, αλλά, γιατί (…) με μια φοβερή οξυδέρκεια σε ζητήματα δημοσίων σχέσεων, πίστευε πως μπορεί να είναι επικίνδυνο», από επιχειρηματικής απόψεως.

    Η Ιστορία απέδειξε ότι αυτές οι αναστολές ξεπεράσθηκαν.

    Η «ΙΒΜ», παρέδωσε τις μηχανές ταξινόμησης «Hollerith», προγόνους των υπολογιστών, που χρησιμοποιούσαν διάτρητες κάρτες για τους υπολογισμούς τους. Όπως έγραφε ο Έντγουιν Μπλακ, συγγραφέας του «IBM and the Holocaust», «τα κεντρικά γραφεία στη Νέα Υόρκη γνώριζαν πολύ καλά τι συνέβαινε στο Γ’ Ράιχ με τα μηχανήματα που τους έδινε η εταιρεία… ότι -δηλαδή- τα μηχανήματά της βρίσκονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και χρησιμοποιούνταν για την εξολόθρευση των Εβραίων». «Δεν είχε να κάνει με το ναζισμό», συνέχιζε ο Μπλακ, «είχε να κάνει με το κέρδος».

    Οι εταιρείες άλλωστε, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, δεν έχουν αρχές, δεν έχουν ιδεολογία.

    Το ίδιο και οι τράπεζες.

    Έχοντας παραθέσει μερικά μόνο από τα ονόματα των βιομηχανιών που στήριξαν το οικονομικό κίνημα με τις πολιτικές προεκτάσεις που ονομάζεται φασισμός -πιστέψτε μας, είναι πολλά ακόμη τα ονόματα εταιρειών και μεγαλοστελεχών πολυεθνικών που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εκγύμναση των εξουσιαστικών μπράτσων του ναζισμού, για τα οποία επιφυλασσόμαστε να μιλήσουμε σε επόμενο σημείωμα- δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στο ρόλο των τραπεζών. Πολλές τράπεζες, οι περισσότερες από αυτές προερχόμενες από την «ουδέτερη» Ελβετία -σημειωτέον, ήδη από το 1926, ο Χίτλερ  είχε παραχωρήσει τα πνευματικά δικαιώματα του «Mein Kampf» στην ελβετική τράπεζα «Bangues Suisses», ενώ, παράλληλα, από το 1923, είχε ξεκινήσει αγαστή συνεργασία με την οικογένεια Γουίλ-Ρίτερ της «Credit Suisse»- τάχθηκαν εξ αρχής, αναφανδόν, στο  πλευρό των ναζί κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Η «Chase Manhattan Bank» (από το 2000 «JPMorgan Chase Bank»), ήταν η πιο ένθερμη υποστηρίκτριά τους. Το γαλλικό υποκατάστημα της Τράπεζας στο Παρίσι, ήταν εκείνο που είχε συνάψει εμπορικά συμβόλαια με τους ναζί εν πλήρει γνώσει της αμερικανικής έδρας τόσο πριν, όσο και μετά το Περλ Χάρμπορ. Αυτή, όμως, όπως τόνιζε  δημοσίευμα των  New York Times στις 7/11/1998, είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, καθώς η εν λόγω τράπεζα έχει κατηγορηθεί για το πάγωμα πολλών τραπεζικών λογαριασμών σ’ όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια που ανήκαν σε Εβραίους, κάτι το οποίο -σε χρόνια απηνών διώξεων και πολέμου- σήμαινε αυτόματα, σε πλείστες περιπτώσεις, θάνατο. Μια έρευνα του BBC πριν μερικά χρόνια, διαπίστωσε ότι η «Chase Manhattan Bank», «πάγωσε», κατά τη διάρκεια του πολέμου  έως και 100 εβραϊκούς τραπεζικούς λογαριασμούς.
    ***
    Οι κεφαλαιοκράτες, εκείνο που διαχρονικά επιζητούν (και τους το προσφέρει ο φασισμός) είναι μια κοινωνία όπου οι σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες θα διαμείβονται αποκλειστικά στο επίπεδο των ορίων των πολυεθνικών, πρακτική  που οδηγεί στην απαξίωση και την τελμάτωση κάθε συλλογικής υποκειμενικότητας. Για την αγορά, η δημοκρατία, ακόμη και στην αστική μορφή της, δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από το πολιτικό επιστέγασμα της επικυριαρχίας της. Ο σκοπός της είναι ο περιορισμός της πολιτικής ζύμωσης. Εκείνο το «απολιτίκ» ύφος των εκπροσώπων των επιχειρηματικών κολοσσών που εκπέμπεται προς τα έξω είναι βαθύτατα πολιτικοποιημένο. Υπό την έννοια ότι στοχεύουν και ετσιθελικά το καταφέρνουν, οι δημόσιοι πόροι να χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Πρόκειται για ‘κείνη την κίνηση από πλευράς καπιταλιστών την οποία ο Νόαμ Τσόμσκι ονομάζει «καπιταλισμό για τους φτωχούς και σοσιαλισμό για τους πλούσιους».

    Κι όταν κάποιος, έστω και ένας μετριόφρων σοσιαλδημοκράτης, βρεθεί να τους χαλάσει τη σούπα, τότε η απάντηση είναι και πάλι η ίδια…
    ***
    Διαβάστε εδώ τη συνέχεια Νο 1, Νο 2, Νο 4
    • Blogger Comments
    • Facebook Comments

    0 σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    Item Reviewed: Βιομηχανία θανάτου ή, αλλιώς, ιμπεριαλισμός και φασισμός! (3) Rating: 5 Reviewed By: e kozani
    Scroll to Top