• ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

    Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

    Τρόμος στη Βρετανία, τι γνώριζε η Τερέζα Μέι;

    του John Pilger (*)
    Πηγή: thepressproject

    Οι αιτίες της θηριωδίας στο Μάντσεστερ, με τη δολοφονία είκοσι δύο νέων κυρίως από έναν τζιχαντιστή, αποκρύπτονται προκειμένου να προστατευτούν τα μυστικά της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής.

    Κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, όπως το γιατί οι υπηρεσίες ασφαλείας της MI5 δεν έκαναν τίποτα ενώ είχαν στοιχεία για τρομοκράτες και γιατί η κυβέρνηση δεν προειδοποίησε το κοινό για την απειλή και τώρα απλά υπόσχεται διεξαγωγή «εσωτερικής έρευνας».

    Ο φερόμενος ως βομβιστής αυτοκτονίας, Salman Abedi, ήταν μέλος μιας εξτρεμιστικής ομάδας με το όνομα LIFG (Libyan Islamic Fighting Group) που μεσουρανούσε στο Μάντσεστερ και η οποία καλλιεργήθηκε και χρησιμοποιήθηκε από την MI5 για πάνω από 20 χρόνια.

    Η LIFG έχει χαρακτηριστεί στη Βρετανία ως τρομοκρατική οργάνωση που αποσκοπεί «στην εγκαθίδρυση σκληρού ισλαμικού κράτους στη Λιβύη» και που «ήταν μέρος ενός μεγαλύτερου εξτρεμιστικού κινήματος που εμπνεύσθηκε από την Αλ-Κάιντα».

    Η «καπνιστή κάννη» όμως είναι ότι όταν η Τερέζα Μέι ήταν υπουργός Εσωτερικών οι τζιχαντιστές της LIFG ήταν ελεύθεροι να ταξιδεύουν απρόσκοπτα στην Ευρώπη και μάλιστα ενθαρρύνονταν να «μπουν στη μάχη»: αφενός για να καθαιρέσουν τον Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη και αφετέρου για να συνεργαστούν με την Αλ-Κάιντα στη μάχη της Συρίας.

    Πέρυσι το FBI συμπεριέλαβε τον Abedi σε λίστα παρακολούθησης τρομοκρατών και ενημέρωσε την MI5 ότι η οργάνωσή του αναζητούσε πολιτικό στόχο στη Βρετανία. Γιατί δεν συνελήφθη και γιατί οι άνθρωποι του δικτύου του δεν απετράπησαν από τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της θηριωδίας της 22ας Μαΐου;

    Αυτές οι ερωτήσεις προκύπτουν εξαιτίας μιας διαρροής του FBI που καταρρίπτει την θεωρία του «μοναχικού λύκου» μετά την επίθεση της 22ας Μαΐου, εξ ου και η, εν μέσω πανικού, ασυνήθιστη αγανάκτηση από το Λονδίνο προς την Ουάσινγκτον και η συγγνώμη του Τράμπ.

    Η θηριωδία στο Μάντσεστερ ξεσκεπάζει τη βρετανική εξωτερική πολιτική με την φαουστιανού τύπου συμμαχία με το εξτρεμιστικό Ισλάμ, ιδιαίτερα με τη σέχτα που είναι γνωστή ως ουαχαμπισμός ή σαλαφισμός και της οποίας ο βασικός θεματοφύλακας και τραπεζίτης είναι το πετρελαϊκό βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, ο μεγαλύτερος πελάτης όπλων της Μεγάλης Βρετανίας.

    Αυτός ο αυτοκρατορικός γάμος πάει πίσω στην ιστορία μέχρι τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις πρώτες μέρες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο. Ο στόχος της βρετανικής πολιτικής ήταν να σταματήσει ο παναραβισμός, όταν τα αραβικά κράτη ανέπτυξαν σύγχρονα κοσμικά κράτη και διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους από την αυτοκρατορική Δύση και τον έλεγχο των πόρων τους. Η δημιουργία ενός αρπακτικού Ισραήλ σχεδιάστηκε για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Από τότε ο παναραβισμός έχει συνθλιβεί. Ο στόχος, πλέον, είναι η τακτική του «Διαίρει και Βασίλευε».

    Το 2011, σύμφωνα με το Middle East Eye, η LIFG ήταν γνωστή στο Μάντσεστερ ως «τα αγόρια του Μάντσεστερ». Λόγω της αδυσώπητης εναντίωσής τους στον Μουαμάρ Καντάφι θεωρήθηκαν υψηλός κίνδυνος και ορισμένοι από αυτούς τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό με εντολές των μυστικών υπηρεσιών, όταν ξέσπασαν διαδηλώσεις κατά του Καντάφι στη Λιβύη, μια χώρα σφυρηλατημένη από μυριάδες φυλετικές εχθρότητες.

    Ξαφνικά οι περιοριστικές εντολές αναιρέθηκαν. «Ήμουν ελεύθερος να φύγω χωρίς να με ρωτήσουν τίποτα» είπε ένα από τα μέλη της LIFG. Η ΜΙ5 τους επέστρεψε τα διαβατήρια και η αντιτρομοκρατική αστυνομία στο αεροδρόμιο του Χίθροου ενημερώθηκε ότι ήταν ελεύθεροι να επιβιβαστούν στις πτήσεις τους.

    Η ανατροπή του Καντάφι, που ήλεγχε τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου στην Αφρική, είχε σχεδιαστεί από καιρό στην Ουάσινγκτον και το Λονδίνο. Σύμφωνα με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, η LIFG έκανε αρκετές απόπειρες δολοφονίας του Καντάφι στη δεκαετία του '90, που χρηματοδοτήθηκαν από τις βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας. Τον Μάρτιο του 2011, η Γαλλία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ άδραξαν την ευκαιρία της «ανθρωπιστικής επέμβασης» και επιτέθηκαν στη Λιβύη. Τους συνέδραμε το ΝΑΤΟ υπό την κάλυψη της απόφασης του ΟΗΕ για την «προστασία των πολιτών».

    Πέρυσι το Σεπτέμβριο, μια έρευνα της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων σημείωσε ότι, ο τότε πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον, είχε οδηγήσει τη χώρα του σε πόλεμο εναντίον του Καντάφι βάσει μιας «σειράς εσφαλμένων υποθέσεων» και ότι η επίθεση «είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους στην Βόρεια Αφρική». Η επιτροπή, μάλιστα, επικαλέστηκε την «έντονη» περιγραφή του Ομπάμα για τον ρόλο του Κάμερον στη Λιβύη ως ένα «shit show» (σόου με σκατά).

    Στην πραγματικότητα, ο Ομπάμα ήταν που έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «shit show» τον οποίο προέτρεψε η πολεμοκάπηλη υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, και ένα ΜΜΕ που υποστήριζε ότι ο Καντάφι σχεδίαζε γενοκτονία εναντίον του λαού του. «Γνωρίζαμε… ότι αν περιμέναμε ακόμα μια ημέρα», δήλωσε ο Ομπάμα, «η πόλη της Βεγγάζης, η οποία είναι στο μέγεθος της Σαρλόττα, θα μπορούσε να υποστεί μια σφαγή που θα επεκτεινόταν σε όλη την περιοχή και θα άφηνε μόνιμα σημάδια στην συνείδηση του κόσμου».

    Η ιστορία της σφαγής κατασκευάστηκε από σαλαφιστές στρατιώτες που είχαν σχεδόν ηττηθεί από τις κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις της Λιβύης. Είπαν στο Reuters ότι θα «έτρεχε αίμα» και ότι «η σφαγή θα ήταν ανάλογη με αυτή της Ρουάντα». Η Εξεταστική Επιτροπή ανέφερε ότι «η υπόθεση ότι ο Μουαμάρ Καντάφι θα διέταζε τη σφαγή αμάχων στη Βεγγάζη δεν υποστηρίχθηκε από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία».

    Η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ κατέστρεψαν αποτελεσματικά το σύγχρονο κράτος της Λιβύης. Σύμφωνα με τα δικά του αρχεία, το ΝΑΤΟ οργάνωσε 9.700 χτυπήματα εκ των οποίων το ένα τρίτο έπληξε πολιτικούς στόχους. Ανάμεσα στα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν βόμβες διασποράς και πύραυλοι με κεφαλές ουρανίου. Οι πόλεις Μιζράτα και Σύρτη ισοπεδώθηκαν. Η UNICEF, η οργάνωση του ΟΗΕ για τα παιδιά, ανέφερε ότι ένα μεγάλο μέρος των παιδιών που σκοτώθηκαν σε αυτές τις επιθέσεις ήταν κάτω των 10 ετών.

    Πέραν της ανάπτυξης του Ισλαμικού Κράτους -το ISIS είχε ήδη καταλάβει το ερειπωμένο Ιράκ μετά την εισβολή του Μπλερ και του Μπους το 2003- οι «μεσσαιωνιστές» είχαν τώρα όλη τη Βόρεια Αφρική ως βάση. Η επίθεση προκάλεσε επίσης κύμα προσφύγων που διέφυγαν στην Ευρώπη.

    Στην Τρίπολη υποδέχθηκαν τον Κάμερον ως «απελευθερωτή» ή τουλάχιστον έτσι το φαντάστηκε. Τα πλήθη που ζητωκραύγαζαν περιελάμβαναν εκείνους που είχαν υποστηριχθεί και εκπαιδευτεί από τις ειδικές δυνάμεις της Βρετανίας και εμπνεύστηκαν από το Ισλαμικό Κράτος. Ομάδες όπως «τα αγόρια του Μάντσεστερ».

    Για τους Αμερικάνους και τους Βρετανούς, το αληθινό έγκλημα του Καντάφι ήταν η εικονοκλαστική του ανεξαρτησία και το σχέδιό του να εγκαταλείψει τη χρήση του πετροδολάριου, τον πυλώνα της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Είχε προνοητικά προγραμματίσει να φέρει ένα κοινό αφρικανικό νόμισμα με αναλογία σε χρυσό, να  δημιουργήσει μια Παναφρικανική Τράπεζα και να προωθήσει την οικονομική ένωση μεταξύ των φτωχών κρατών με τους πολύτιμους πόρους. Είτε αυτό θα συνέβαινε ποτέ είτε όχι, η ιδέα ήταν εντελώς απαράδεκτη για τις ΗΠΑ καθώς προετοίμαζε την είσοδό της στην Αφρική, δωροδοκώντας τις αφρικανικές κυβερνήσεις μέσω «στρατιωτικών συνεργασιών».

    Ο έκπτωτος δικτάτορας έτρεξε να σώσει τη ζωή του. Ένα αεροσκάφος της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας εντόπισε την αυτοκινητοπομπή του και στα αποκαϊδια της Σύρτης σοδομίστηκε με ένα μαχαίρι από έναν φανατικό που περιγράφτηκε στις ειδήσεις ως «επαναστάτης».

    Έχοντας λεηλατήσει το αξίας 30 δισ. δολαρίων οπλοστάσιο της Λιβύης, οι «επαναστάτες» προχώρησαν νότια, τρομοκρατώντας πόλεις και χωριά. Διέσχισαν το υποσαχάριο Μαλί, κατέστρεψαν την εύθραυστη σταθερότητα της χώρας και τελικά οι πάντα πρόθυμοι Γάλλοι έστειλαν μαχητικά αεροσκάφη και στρατεύματα στην πρώτη αποικία τους για «να καταπολεμήσουν την Αλ-Κάιντα», μια απειλή που είχαν βοηθήσει οι ίδιοι να δημιουργηθεί.

    Στις 14 Οκτωβρίου του 2011, ο πρόεδρος Ομπάμα ανακοίνωσε ότι στέλνει στρατεύματα των ειδικών δυνάμεων στην Ουγκάντα για να πάρουν μέρος στον εμφύλιο πόλεμο εκεί. Τους επόμενους μήνες στρατεύματα των ΗΠΑ στάλθηκαν και στο Νότιο Σουδάν, το Κονγκό και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Μετά την εξασφάλιση της Λιβύης, η αμερικανική εισβολή στην αφρικανική ήπειρο ήταν σε εξέλιξη, σε μεγάλο βαθμό μακριά από το φως της δημοσιότητας.

    Στο Λονδίνο, η κυβέρνηση οργάνωσε μια από τις μεγαλύτερες εκθέσεις όπλων στον κόσμο. Η ατραξιόν ανάμεσα στα περίπτερα ήταν η «επίδειξη δύναμης στη Λιβύη». Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο του Λονδίνου παρουσίασε μια ημερίδα με θέμα «Μέση Ανατολή: Μια τεράστια αγορά για τις εταιρείες άμυνας και ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου». Οικοδεσπότης ήταν η Βασιλική Τράπεζα της Σκωτίας (RBS), σημαντικός επενδυτής σε βόμβες διασποράς που χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς κατά των πολιτικών στόχων στη Λιβύη. Το σλόγκαν για το πάρτι της Τράπεζας ήταν «Ευκαιρίες χωρίς προηγούμενο για τις επιχειρήσεις άμυνας και ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου».

    Τον περασμένο μήνα, η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι βρισκόταν στη Σαουδική Αραβία για μια συμφωνία πώλησης όπλων αξίας 3 δισεκατομμυρίων λιρών Αγγλίας, που χρησιμοποίησαν οι Σαουδάραβες κατά της Υεμένης. Από τις Αίθουσες Ελέγχου στο Ριάντ, οι βρετανοί στρατιωκοί σύμβουλοι βοηθούν τις βομβιστικές επιδρομές της Σαουδικής Αραβίας, που έχουν οδηγήσει στη δολοφονία περισσότερων από 10.000 πολιτών. Πλέον τα σημάδια του λιμού είναι εμφανή. Ένα παιδί στην Υεμένη πεθαίνει κάθε 10 λεπτά από ιάσιμες ασθένειες, σύμφωνα με τη UNICEF.

    Η θηριωδία στο Μάντσεστερ ήταν προϊόν μιας τέτοιας αδυσώπητης βίας της κυβέρνησης σε μακρινούς τόπους, μεγάλο μέρος της οποίας χρηματοδοτήθηκε από τη Βρετανία. Οι ζωές και τα ονόματα των θυμάτων δεν θα γίνουν ποτέ γνωστά.

    Αυτή η αλήθεια όμως δεν βρίσκει το δρόμο της στη δημοσιότητα, όπως συνέβη και στη βομβιστική επίθεση στο μετρό του Λονδίνου στις 7 Ιουλίου 2005. Περιστασιακά κάποιος σπάει τη σιωπή, όπως όταν ένας Λονδρέζος διέκοψε τη ζωντανή σύνδεση του CNN και είπε «Ιράκ! Εισβάλαμε στο Ιράκ. Τι περιμένατε να συμβεί; Εμπρός, μιλήστε για αυτό».

    Σε μια μεγάλη συγκέντρωση ΜΜΕ που παρακολούθησα, πολλοί από τους σημαντικούς καλεσμένους μίλησαν για το Ιράκ και τον Μπλερ ως ένα είδος κάθαρσης για αυτό που δεν τολμούσαν να πουν επαγγελματικά και δημοσίως.

    Ωστόσο, προτού εισβάλει στο Ιράκ, ο Μπλερ είχε προειδοποιηθεί από την Επιτροπή Πληροφοριών, ότι «η απειλή της Αλ-Κάιντα θα αυξηθεί με την ανάληψη οποιασδήποτε στρατιωτικής δράσης στο Ιράκ […] Η παγκόσμια απειλή από άλλες ισλαμιστικές τρομοκρατικές ομάδες και μεμονωμένα άτομα θα αυξηθεί σημαντικά».

    Ακριβώς όπως ο Μπλερ μετέφερε στη βρετανική καθημερινότητα τη βία από το αιματηρό «shit show» του ιδίου και του Τζορτζ Μπους, έτσι και ο Ντέιβιντ Κάμερον, υποστηριζόμενος από την Τερέζα Μέι, συνέθεσε το έγκλημά του στη Λιβύη και τις τρομακτικές του συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που σκοτώθηκαν ή ακρωτηριάστηκαν στο Μάντσεστερ Αρένα στις 22 Μαΐου.

    Η προσπάθεια απόκρυψης ξεκίνησε και πάλι και δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Ο Salman Abedi ενήργησε μόνος του. Ήταν το πολύ-πολύ ένας μικρός εγκληματίας. Το εκτεταμένο δίκτυό του, που αποκαλύφθηκε την περασμένη εβδομάδα από την αμερικανική διαρροή, έχει εξαφανιστεί. Αλλά οι ερωτήσεις είναι ακόμα εδώ.

    Γιατί ο Abedi ήταν σε θέση να ταξιδέψει ελεύθερα μέσω της Ευρώπης στη Λιβύη και πίσω στο Μάντσεστερ λίγες ημέρες πριν το τρομερό του έγκλημα; Είχε ενημερωθεί η Τερέζα Μέι από την ΜΙ5 ότι το FBI τον είχε εντοπίσει ως μέρος ενός ισλαμικού πυρήνα που σκόπευε να επιτεθεί σε πολιτικό στόχο στη Βρετανία;

    Στην τρέχουσα προεκλογική εκστρατεία, ο ηγέτης των Εργατικών, Τζέρεμι Κόρμπιν, έκανε μια γενικόλογη αναφορά σε «έναν πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που απέτυχε». Όπως γνωρίζει, όμως, δεν ήταν ποτέ πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, αλλά ένας πόλεμος κατάκτησης και υποταγής. Παλαιστίνη, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία… Το Ιράν λέγεται ότι είναι το επόμενο. Πριν ένα νέο Μάντσεστερ ποιος θα βρει το θάρρος να το πει αυτό;

    * Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο στα αγγλικά στην προσωπική σελίδα του Pilger
    • Blogger Comments
    • Facebook Comments

    0 σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    Item Reviewed: Τρόμος στη Βρετανία, τι γνώριζε η Τερέζα Μέι; Rating: 5 Reviewed By: e kozani
    Scroll to Top