ΠΑΝΑΓΗ ΛΕΚΑΤΣΑ –
Ο άνθρωπος είναι από φυσικού του μητριαρχικός, γιατί
μητριαρχικός είναι κι o πρόγονός του: το Ζώο. O πατέρας είναι ξένος
για το παιδί, όσο και τ’ αρσενικό, μέσα στα ζώα, για τα μικρά του.
Η διαδικασία της αναπαραγωγής είναι ολότελα άγνωστη και τα πατρικά
αισθήματα πολύ υστερότερη μίμηση των μητρικών αισθημάτων. Η αρχή της
πατρότητας είναι τεχνητή κ’ οικονομικοί την υπαγορεύουνε λόγοι. Αξιοσημείωτο
είναι πώς για την πιο πατριαρχική νομοθεσία, τη ρωμαϊκή, η σχέση της μάνας με
το παιδί είναι «φυσικό» περιστατικό, ενώ του πατέρα με το παιδί πλάσμα δικαίου.
Χτυπητή, άλλωστε, είναι η αντίθεσή του εγωισμού και της αδιαφορίας του πατέρα
με την αφοσίωση και την αυταπάρνηση τής μάνας. Και τα δυο έχουν τη βιολογική
προϊστορία τους: Το θηλυκό, ανάμεσα στα ζώα, αντιμετωπίζει κάθε κίνδυνο να
προστατέψει τα μικρά του, ενώ τ’ αρσενικό τα βρίσκει πρόχειρη τροφή του…
Το μητρικό ένστικτο (= ή «σωτηρία» του γόνου), βρίσκεται
αναπτυγμένο στα θηλαστικά, χρονιότερο και σε μεγάλο βαθμό εντονότερο στα
ανώτερα, όπου κι αναπτύσσεται o μόνος ανάμεσά τους δεσμός: της μάνας με τα
μικρά της. Εδώ έχει τη ρίζα της κ’ η ανθρώπινη κοινωνία. Ο ανθρώπινος γόνος
δεν έχει την πρωιμότητα των άλλων ειδών, κ’ η διάρκεια του μητρικού, εδώ,
δεσμού, απεργάζεται ένα νέο σύνδεσμο, τη Μητρική Αγάπη ακαταμέτρητα εξελίξιμη
προέκταση του ενστίκτου. Η κοπαδιακή, από την άλλη, συμβίωση, η απαρχή της
κοινωνικότητας, απλώνει την ατομική σ’ ομαδική μητρότητα, που αφήνει τον τύπο
της στα παλαιότερα Συστήματα της Συγγένειας, όπου οι μανάδες της ομάδας έχουν
όλες μαζί τα παιδιά και το κάθε παιδί πολλές τις μανάδες. O τύπος αυτός
των Ταξινομικών Συγγενειών δεν είναι τύπος μονάχα. Το ανεξατομίκευτο ακόμη του
«Εγώ» κάνει την ομαδική μητρότητα μια ψυχολογική και για τα παιδιά και για τις
μανάδες αλήθεια. Αναφέρεται ένας Μελανήσιος που αξίωνε πως τον γεννήσανε τρεις
μανάδες μαζί, κ’ εκείνες βεβαίωναν τον ισχυρισμό του. Πάνω στο δεσμό της Μάνας
με το Παιδί και στην Ομαδική Μητρότητα σχηματίζεται η Κοινωνία. Είναι η ομάδα
των παιδιών, ενδόγαμη πρώτα κ’ εξώγαμη ύστερα, των συγκεντρωμένων γύρω από τις
γεννήτρες, θρέφτρες, και προστάτισσες, μάνες. Εδώθε βγαίνει η Μητριαρχία κι όχι,
καθώς πίστευαν παλαιότερα, γιατί δεν γνωρίζονταν, μέσα στην κατάσταση της
Ομαδογαμίας, ο πατέρας. Είπαμε πώς η “αρχή’ τής πατρότητας είναι τεχνητή
και επιβάλλεται από λόγους μονάχα κοινωνικούς, χωρίς τη γνώση τής φυσιολογικής
της λειτουργίας.
Ο πρωτόγονος καταμερισμός της δουλειάς στερεώνει τη
μητριαρχική της γυναίκας θέση. Τα μητρικά της χρέη την κρατούνε στην προσωρινή
ή μόνιμη εγκατάσταση, ενώ ο άντρας λείπει ξακολουθητικά, κυνηγώντας ή
πολεμώντας. Όλη η άλλη, εξόν από την κυνηγητική, βιοσυντηρητική
δραστηριότητα της πρωτόγονης κοινωνίας πέφτει στη γυναίκα. Αυτή εξακολουθεί την
Καρποσυλλογή που συμπληρώνει το Κυνήγι. Αυτή στεριώνει και την κατοικία, όπως
κάθε θηλυκό, ανάμεσα στα ζώα, τη φωλιά του. Αυτή δουλεύει και τα δέρματα, για
στρωσίδια και ντύματα, αυτή είναι που πλέκει τα καλάθια. Από την Καλαθοπλεχτική
της ξεπηδούν η Αγγειοπλαστική, η Πλεχτική, κ’ η Υφαντική της παραπέρα.
Η διακοσμητική, η ζωγραφική, η χαρακτική, η βαφική, στα δέρματα, στα
υφάσματα, στα σύνεργα και στα στολίσματα, βγαίνουν από τα χέρια της γυναίκας. Η
πρώτη Καλλιέργεια, η Σκαλιστική, που βγαίνει από την Καρποσυλλογή, κ’ η
Γεωργία, παραπέρα, που γεννιέται από τη σκαλιστική καλλιέργεια και που μένει
στα χέρια των γυναικών ίσαμε την εφεύρεση του Αλετριού, είναι ανακάλυψη δική της.
Στη γυναίκα ανήκει, έτσι, η καταβολή των τεχνών, που θα τις αναπτύξει ύστερα
στα μεγαλειακά του πολιτισμού κατορθώματα Ο άντρας. ’Επειδή, έτσι, ή μόνη
οικονομική στα παλαιότερα στάδια αξία είναι η παραγωγικότητα, η Γυναίκα,
Ο μόνος στα στάδια αυτά παραγωγός, είναι το κέντρο της πρωτόγονης
οικονομίας.
Η Μητριαρχία ακμάζει, έτσι, στην Τοτεμική Περίοδο, όπου
το Κυνήγι, δουλειά των αντρών, κ’ η Καρποσυλλογή, δουλειά των γυναικών,
είναι οι κύριοι πόροι. Με το ημέρωμα όμως των αγριμιών βγαίνει από το Κυνήγι η Κτηνοτροφία,
κι από την Καρποσυλλογή, με την καλλιέργεια των σπόρων, η Γεωργία. Είναι τα
ξεκινήματα της Περιουσιακής Ιδιοκτησίας που κλονίζει την κοινοκτημονική βάση
και την ισοκρατική ισορροπία των σχέσεων της παλαιότερης κοινωνίας. Μια κ’ η
Κτηνοτροφία βγαίνει από τη σφαίρα του Κυνηγιού, μένει στα χέρια των Αντρών, κ’
έτσι το πέρασμα από την κυνηγητική στην κτηνοτροφική οικονομία αλλάζει ριζικά
τη θέση του άντρα. Πρώτα βρίσκονταν σ’ υπηρετική εξάρτηση από το γένος της
(κάθε) γυναίκας του, γιατί δεν είχε να προσφέρει σ’ αυτό παρά το μερδικό του
από το Κυνήγι. Με τα κοπάδια του αποχτά μίαν οριστική οικονομική δύναμη, και
εξαγοράζει την ανεξαρτησία του πληρώνοντας το γένος της γυναίκας.
Η πληρωμή (τα έδνα των Ελλήνων) δεν κάνουν ένα τύπο γάμου, τον «Αγοραστικό»,
όπως πίστευαν παλαιότερα, παρά σα χάνεται η αρχική σημασία τής πληρωμής κ’ η
ανάπτυξη του δουλεμπορίου εξομοιώνει την πληρωμή για τη γυναίκα με τ’ αγόρασμα
της σκλάβας. Η αρχική λειτουργία της πληρωμής για τη γυναίκα είναι η ξεπληρωμή
των υπηρεσιών που χρωστούσε στο γένος της ο άντρας.
Ο λόγος που κάνει τον άντρα να γυρεύει την
ανεξαρτησία του από το γένος της γυναίκας του, είναι η θέλησή του να σιγουρέψει
την αναγνώριση των παιδιών του σα δικών του παιδιών (κι όχι της μάνας τους) και
το δικαίωμα ν’ αφήσει σ’ αυτά την περιουσία του, που αλλιώς περνά στο μητρικό
του γένος. Όταν ο Morgan ρώτησε ένα βορειοαμερικανό για τον κανόνα της
κληρονομικής στη φυλή του διαδοχής, «Αν πέθαινα», ήταν η απόκριση, «τ’
αδέρφια μου και τ’ αδέρφια της μάνας μου θα ληστεύαν το βιός μου από τη γυναίκα
μου και τα παιδιά μου. ’Έχουμε τώρα την ελπίδα πως τα παιδιά μας θα
κληρονομήσουν την περιουσία μας, μα δεν είναι σίγουρο ωστόσο. Ο
παλιός νόμος δίνει την περιουσία μου στους πιο στενούς μου συγγενείς, δεν
είναι όμως τα παιδιά μου, μα τα αδέρφια μου κ’ οι αδερφάδες μου κ’ οι θείοι μου
από το μέρος της μάνας». Η αξίωση συμπερπατά με τη διαμόρφωση της ατομικής
οικογένειας και της περιουσιακής ιδιοκτησίας, όπου ο πατέρας χρειάζεται
συνεργάτες του τα παιδιά του. Έτσι, καθώς η πρώτη περιουσία είναι τα ζωντανά,
κάθε ποιμενική κοινωνία είναι, χωρίς εξαίρεση, πατριαρχική, και σε μεγάλο βαθμό
πολύγαμη κιόλας. Οι ποιμενικοί λαοί είναι κατά κανόνα και νομαδικοί, κ’ οι
νομάδες δεν αγοράζουνε μονάχα μα κι αρπάζουν γυναίκες. Όσο περισσότερα, πάλι,
τα παιδιά, τόσο και πιο βολετό ’ναι το κυβέρνημα των κοπαδιών που, σαν
περιουσία απεριόριστα διαιρετή, μπορεί να κληρονομιούνται κι απ’ όλα. Το
πέρασμα, έτσι, από την Κυνηγητική στην Κτηνοτροφική οικονομία καταλύει, με
γοργό το ρυθμό, τη Μητριαρχία. Είναι η περίσταση των Σημιτών και των
Ινδοευρωπαίων. Ένας κλώνος των δεύτερων είναι και τα ελληνικά φύλα πού μπαίνουν
μέσα στους λαούς του μητριαρχικού Αιγαίου.
Αντίθετα, η Γεωργία είναι η παραγωγική περιοχή των Γυναικών,
βγαίνοντας από την Καρποσυλλογή, που ’ναι δουλειά γυναικεία. Με το Αλέτρι που
γυρίζει τη Σκαλιστική στη Γεωργική καλλιέργεια, περνά κι αυτή στην παραγωγική
δραστηριότητα των αντρών, μα η γυναικεία της αρχή κρατεί μονιμότερους με τη
γυναίκα συνδέσμους. Όπου, έτσι, η γεωργική οικονομία διαδέχεται άμεσα την
Κυνηγητική, εκεί η κοινωνία ανακρατεί, και σε πολύ προχωρημένη οικονομική
εξέλιξη, τη μητριαρχική στοιχείωσή της. Η άμεση τούτη μετάβαση τονώνει τη θέση
της Μητριαρχικής Γυναίκας, που ‘ναι ιδιοκτήτρια και κληρονόμα της
καλλιεργήσιμης γης και συνδεμένη σταθερά με τη γονιμική μαγεία και θρησκεία.
Είναι η περίσταση των ιθαγενών της βόρειας Αμερικής, της Μικρονησίας, της Ινδονησίας και της Αφρικής, καθώς και των αρχαίων μεσογειακών λαών, και
μάλιστα της Μικρασίας, της Αιγύπτου, και του Αιγαίου.
Περνώντας άμεσα από την κυνηγητική και καρποσυλλεκτική
οικονομία στη γεωργική, όλοι αυτοί οι λαοί ανακράτησαν, ακέρια η κομματιαστή,
τη μητριαρχική οργάνωσή τους. Είναι φορές που ο περιουσιακός εδώ πλούτος
των γυναικών οδήγησε σ’ αληθινή γυναικοκρατία. Το αποτέλεσμα της τελευταίας
αυτής ανοργανικής εξέλιξης είναι ένα πραγματικό, απ’ τη μεριά των γυναικών,
αντίστοιχο της πατριαρχικής ανδροκρατίας.
Στο στάδιο όμως τούτο η Μητριαρχία δεν είναι οργανική
κατάσταση μα επιβίωση, στέκοντας στην παράδοση κι όχι στις νέες συνθήκες. Τα
σπιτικά ζώα κ’ η καλλιέργεια της γης λευτερώνουν τον άντρα από την ανάγκη του
Κυνηγιού και τον εγκατασταίνουν στην κοινότητά του. Ζεύοντας τα μεγάλα ζώα του
στο Αλέτρι, τη δική του εφεύρεση, παίρνει από τη γυναίκα τη (σκαλιστική) καλλιέργεια
και γίνεται ο κεντρικός παράγοντας της γεωργικής οικονομίας. Η μια μετά την
άλλη οι βιοτεχνικές δουλειές των γυναικών γίνονται τώρα δουλειές του. Η
δημιουργική φαντασία του παρουσιάζει σ’ όλες κάποια εφεύρεση (αλέτρι,
αγγειοπλαστικος τροχός κά.) που, αναστατώνοντας την τεχνική τους,
πολλαπλασιάζει την απόδοσή τους. Έτσι, σαν παύει η γυναίκα νάνε καλλιεργήτρια
και παραγωγός, η ιδιοκτησία της πάνω στη γη, που την κρατεί με τη μητριαρχική
διαδοχή, απομένει ένα πλάσμα. Όσο πάλι κατεβαίνει η παραγωγική αξία της, τόσο
κ’ η κοινωνική της σημασία κατεβαίνει. Η οικονομική υπεροχή των αντρών
αντιμάχεται την παραδοσιακή κοινωνική υπεροχή των γυναικών, και την αδυναμώνει
προοδευτικά, περικόβοντας με σφετερισμούς τις μαγικές κ’ ιερατικές λειτουργίες
τους και περιορίζοντας την ελευθερία, την κοινωνική δραστηριότητα, και προβολή
τους. Χάνοντας κάθε παραγωγική άξια της, η γυναίκα επιτηδεύεται πια την
ηδονιστική της αξία. Ό ψυχολογικός άξονας μετατοπίζεται από τη Μάνα στην Ερωμένη.
Και στη μια και στην άλλη περίσταση, στην κτηνοτροφική και
στη γεωργική οικονομία, η γοργή στην πρώτη κ’ η αργή στη δεύτερη μεταστοιχείωση
καταλύει τη μητριαρχική οργάνωση της κοινωνίας. Η κατάλυση προχωρά πάνω σε
τρεις ριζικές αλλαγές: Η μητρική γενεαλόγηση κ’ η θηλυγονική διαδοχή γυρίζουν
σε πατρική γενεαλόγηση κι αρρενογονική διαδοχή* ο ομαδικός γάμος
μεταγυρίζει σ’ ατομικό* κι ο μητροτοπικός σε πατροτοπικό, τέλος, γάμο. Οι
αλλαγές αυτές, ρίχνοντας τη γυναίκα στην οικονομική κυριαρχία του αρσενικού,
κατελούν την παλιά των φύλων ισότητα και καθιερώνουν τον πρώτο εκμεταλλευτικό
διαφορισμό στο σώμα της κοινωνικής ομάδας. Η αφεντική θέση του άντρα στην
οικογένεια και τα χρέη που φορτώνει της γυναίκας του για την αποκλειστική
κατοχή της ερωτικής της ζωής, της στερούνε τη δυνατότητα της κοινωνικής
προβολής, της σβήνουνε το λάμπος της αρχαίας υπεροχής και, κατασταίνοντάς την
όργανο συμβατικής τεκνογονίας ή ηδονής, τη γυμνώνουνε στο τέλος, όπως θα
διαλαλήσει η αισχυλική «Ορέστεια», κι από την ίδια τη μητρότητά της.
*Κεφάλαιο έκτο από το βιβλίο του Παναγή Λεκατσά «Η
ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑ» Εκδόσεις Καστανιώτη – έκδοση του 1977. Το κείμενο μεταφέρθηκε
από το πολυτονικό και έγινε προσπάθεια να διατηρηθεί η γλώσσα του συγγραφέα.
Μεταγενέστερη έκδοση από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το 1994 φέρεται εξαντλημένη.
Πηγή: inred.gr




0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου