Για τη σχέση κόμματος (πρωτοπορίας) - τάξης και
διανόησης - προλεταριάτου, παραμένουν έργα αναφοράς τόσο το Τι να
κάνουμε; όσο και το Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω. Πρόκειται
αναμφίβολα για έργα πολεμικής με το πρώτο σχηματικά να αποτελεί κριτική στον
οικονομισμό και το δεύτερο στη μικροαστική διανόηση και την οργανωτική
συγκρότηση του κόμματος.
Πέρα όμως από τον ιστορικό τους χαρακτήρα τα δύο αυτά έργα
αποτελούν μια απόπειρα θεωρητικής κριτικής κι επεξεργασίας ζητημάτων που
υπερβαίνουν το ιστορικό τους πλαίσιο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο
«λενινισμός» δεν είναι ένας ιστορικά παρωχημένος μαρξισμός, αλλά μια αυτούσια
θεωρητική στιγμή σύνθεσης στη μαρξιστική σκέψη.
Η παραπάνω άποψη διαφαίνεται από την ίδια την κριτική του
Λένιν που αν κι εκκινεί από τις υπαρκτές οργανώσεις της εποχής του (για πχ
Ραμπότσαγια Μισλ, Ραμπότσεγε Ντιέλο) υψώνεται σε ένα επίπεδο αφαίρεσης στο οποίο
θέτει ερωτήματα γύρω από τη σχέση πρωτοπορίας - τάξης και τις συνθήκες γέννησης
σοσιαλιστικής συνείδησης, ερωτήματα που προϋποθέτουν τελικά ένα βαθύτερο
φιλοσοφικό και πολιτικό αναστοχασμό γύρω από τη σχέση πολιτικής - οικονομίας και
υλικής πραγματικότητας και συνείδησης.
Επιπλέον τα δύο αυτά έργα ως γνήσια κείμενα πολεμικής,
επιτρέπουν στο συγγραφέα τους να επανακαθορίσει και να αυτοπροσδιοριστεί ο
ίδιος εκ νέου, ώστε να οικοδομήσει ένα πιο συνεκτικό σύστημα σκέψης. Για το
Λένιν και το ρωσικό μαρξισμό ιδεολογικός αντίπαλος δεν είναι πλέον ο ρομαντισμός
των ναρόντνικων ώστε να χρειάζεται μια επιστημονικού τύπου τεκμηρίωση της
αναγκαιότητας (κι ανωτερότητας) του καπιταλισμού. Ο καπιταλιστικός τρόπος
παραγωγής (και η ανερχόμενη εργατική τάξη) είναι πλέον πραγματικότητα κι ήδη
αλλάζει με καταιγιστικούς ρυθμούς το ρωσικό κοινωνικό σχηματισμό.
Τώρα (1902-4) αυτό που προέχει είναι να οργανωθεί το
προλεταριάτο ως τάξη για τον εαυτό του, άρα να προσδιοριστεί η σχέση του με την
πολιτική κι ιδεολογική του πρωτοπορία, η συνείδηση του μέσα από μια
επαναστατική θεωρία κι η σχέση του εντός του κοινωνικού σχηματισμού με τις
υπόλοιπες τάξεις κι όχι απλά με το μεμονωμένο καπιταλιστή- αφεντικό στο χώρο
δουλειάς.
Στην προσπάθεια αυτή ο Λένιν, ειδικότερα στο Τι να
κάνουμε πραγματεύεται τη διαλεκτική σχέση αυθόρμητου και συνειδητού
και κατ΄επέκταση τάξης και κόμματος ως μορφές της μαρξικής ανάλυσης για την
τάξη καθεαυτήν και διεαυτήν.
Αυθόρμητο και συνειδητό
Για το Λένιν η σοσιαλιστική συνείδηση, δεν προκύπτει
μηχανιστικά από την ποσοτική αύξηση της ταξικής συνείδησης που γεννιέται
αυθόρμητα στη σφαίρα της παραγωγής.
Την περίοδο της εδραίωσης του καπιταλιστικού τρόπου
παραγωγής, η αυθόρμητη ταξική συνείδηση έχει αρχίσει να αναπτύσσεται και να
μορφοποιείται σε ταξικούς - συνδικαλιστικούς αγώνες. Ουσιαστικά το αυθόρμητο
συνίσταται στην επίγνωση της εργατικής τάξης πως αποτελεί αντικείμενο
εκμετάλλευσης των καπιταλιστών και οφείλει να οργανωθεί για να διαπραγματευτεί
αυτούς ακριβώς τους όρους εκμετάλλευσης, αλλά όχι για να τους θέσει υπό
θεωρητική και πρακτική αμφισβήτηση.
Σε αντίθεση λοιπόν με τους οικονομιστές της εποχής που
θεωρούν πως η αυθόρμητη πάλη των εργατών για καλύτερους όρους εκμετάλλευσης θα
τους οδηγήσει αυτόματα στη σοσιαλιστική συνειδητή πάλη για την κατάργηση της
εκμετάλλευσης, ο Λένιν επισημαίνει τον αστικό χαρακτήρα αυτών των μορφών πάλης
που εμπεριέχουν κάλλιστα και ένα στοιχείο ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης.
Ταυτόχρονα υποστηρίζει πως η σοσιαλιστική συνείδηση έρχεται στο προλεταριάτο απ’
έξω, δίνοντας σε αυτό διττή σημασία: απ΄έξω με την έννοια πως φορείς της
σοσιαλιστικής συνείδησης είναι ουσιαστικά η διανόηση αστικής καταγωγής η οποία
φυσικά υπερβαίνει τον εαυτό της ως τέτοια και την ταξική της καταγωγή. Απ' έξω
επίσης, γιατί η επίγνωση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η συνειδητοποίηση
της αστικής κυριαρχίας μπορεί να συμβεί έξω από τη σφαίρα της παραγωγής -η οποία
υλοποιείται εξάλλου καλυμμένη με το μυστικιστικό πέπλο του φετιχισμού του
κεφαλαίου και του εμπορεύματος ή της τεχνολογικής ουδετερότητας- στην πολιτική
σφαίρα.
Ο Λένιν έχοντας μελετήσει την εδραίωση της οικονομικής
«βάσης» την προηγούμενη περίοδο, αντιλαμβάνεται τώρα πως αυτό που έχει σημασία
είναι οι πολιτικό - ιδεολογικές εκφράσεις αυτής της οικονομικής αλλαγής. Εξάλλου
η ρωσική ιδιομορφία του απολυταρχισμού που καθιστά ενιαία συχνά την πάλη για
οικονομικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά κυρίως η βαθιά διαλεκτική αντίληψη του
Λένιν, τον οδηγεί στο να αντιλαμβάνεται πως μόνο η πολιτική ανάγνωση της
οικονομίας - επιτρέπει τον αποφενακισμό της και την κατανόηση της ως το πεδίο
όπου συγκροτείται υλικά το συμφέρον του κεφαλαίου κι αναπαράγονται οι
(παραγωγικές) σχέσεις εκμετάλλευσης. Κάθε απόπειρα να διακριθεί η πολιτική από
την οικονομία με μηχανιστικό τρόπο, επαναφέρει αυτούσια την αστική ιδεολογία
περί ανεξάρτητης οικονομίας ως φυσική κατάσταση.
Η πολιτική σφαίρα είναι το πεδίο στο οποίο συγκροτούνται οι
τάξεις ως τάξεις για τον εαυτό τους, ο χώρος που αποκρυσταλλώνει την ταξική
διάρθρωση και τις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις. Στην πολιτική
σφαίρα - εποικοδόμημα είναι που το προλεταριάτο έρχεται σε επαφή με κοινωνικά
στρώματα (μικροαστοί, αγρότες) με τα οποία στην οικονομική σφαίρα κινείται
παράλληλα, εκεί είναι που εκφράζονται τόσο το ολικό πλέγμα των κοινωνικών
σχέσεων κι αντιθέσεων, όσο και οι διάφορες μορφές καταπίεσης κι εκμετάλλευσης
που ανάγονται στην κύρια κεφαλαίου - εργασίας.
Χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχει επίγνωση του απατηλού και
φενακισμένου χαρακτήρα της πολιτικής και χωρίς να αγνούνται οι υλικές βάσεις
του εποικοδομήματος στο βαθμό που σκοπός του προλεταριάτου δεν είναι απλά να
πάψει να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά να μετατραπεί σε συνειδητό δρων
υποκείμενο, ενοποιώντας υπό την ηγεμονία του όλους τους καταπιεσμένους, τότε
οφείλει να κινηθεί στο πολιτικό πεδίο ως ανεξάρτητη πολιτική δύναμη.
Ουσιαστικά ο Λένιν δεν ταυτίζει το προλεταριάτο ως κοινωνική
τάξη με το συνειδητό του τμήμα που δρα ως πολιτική του πρωτοπορία και που
οφείλει να μην υποκλίνεται στο αυθόρμητο και στις αυταπάτες του. Πιστός στο
μαρξικό πνεύμα των διαμεσολαβήσεων, ο Λένιν εισάγει τη θεωρία της
διαμεσολάβησης της τάξης από την επαναστατική της πρωτοπορία, η οποία φυσικά δε
δρα στο κενό, αλλά δεν ορίζεται όμως κι από τις διαθέσεις των αργοκίνητων
πλειοψηφιών.
Ο Λένιν πολεμά τον οικονομισμό, θεωρώντας τον φιλοσοφικά
μηχανιστική παρέκκλιση της μαρξικής διαλεκτικής, πολιτικά επικίνδυνο για τους
εξής λόγους: πρώτον γιατί υποτάσσει το συνειδητό στο αυθόρμητο και άρα το
πολιτικό στο οικονομικό, παραβλέποντας πως τα ταξικά συμφέροντα (αστικά ή
εργατικά) επιλύονται μέσω πολιτικών λύσεων. Δεύτερον γιατί η συνδικαλίστικη
συνείδηση την οποία οι οικονομιστές θέλουν να παρουσιάσουν ως σοσιαλιστική,
έχει ως όριο και συνέπεια της την ενσωμάτωση των εργατικών μαζών στον
καπιταλισμό και την κυριαρχία της αστικής συνείδησης (της οποίας αποτελεί και
παραλλαγή εξάλλου).
Ο Λένιν κρίνει συνεπώς κάθε απόπειρα ωραιοποίησης της
εργατικής τάξης (πάλι στα χνάρια του Μαρξ), θεωρώντας πως οι τάξεις αποκτούν
συνείδηση του εαυτού τους και των συμφερόντων τους, όχι μόνο μέσα από την
μεταξύ τους πάλη, αλλά όταν η πάλη αυτή υψώνεται σε μια σφαίρα ανώτερη από το
στενό οικονομικό τους συμφέρον.
Στην λενινιστική αυτή κριτική διαφαίνεται επίσης μια
προσπάθεια να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στο υπάρχον προλεταριάτο που είναι ο
βυθός της κοινωνίας και στο δέον που αποτελεί μια μεταβατική αυτο-αναιρούμενη
κυρίαρχη τάξη που καταργεί τις τάξεις.
Συνοψίζοντας λοιπόν μπορούμε να πούμε πως η πολεμική του
Λένιν γύρω από τη σχέση κόμματος-τάξης όπως εκφράζεται και στα δύο κείμενα
συμπυκνώνει:
- Τα
στοιχεία μιας επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής, με τον πολιτικό
συνειδητό αγώνα να εμπεριέχει και τις λεγόμενες οικονομικές διεκδικήσεις.
- Την
περαιτέρω επεξεργασία των μαρξικών παραδοχών για τη διαλεκτική κίνηση της
τάξης από καθεαυτήν προς διεαυτήν. Ουσιαστικά ο Λένιν φιλοδοξεί το κόμμα
να αποτελεί το παλλόμενο μυαλό της επαναστατικής πρωτοπορίας, το «πνεύμα»
του συνειδητού προλεταριάτου.
- Τη
βαθιά γνώση της διαλεκτικής ως σύνθεσης και καταστροφής, μια θεωρητική
κατάκτηση και μεθοδολογία που διαπερνά τα έργα αυτά.
- Την
πεποίθηση πως η εργατική τάξη έχει διαφορετικά επίπεδα συνείδησης που
αντανακλούν σε ένα βαθμό τις εσωτερικές της διαφοροποιήσεις κι ως εκ
τούτου δεν μπορεί ως σύνολο να υψωθεί στο επίπεδο συνείδησης που έχει το
κόμμα της κι άρα η πρωτοπορία αποτελεί αναγκαιότητα
- Την
ανάγκη τα διαφορετικά επίπεδα συνείδησης να εκφραστούν οργανωτικά κι έτσι
στο κόμμα να συστρατευτούν τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια σε μια συγκεντρωτική
δομή κι όχι το σύνολο της τάξης ενωμένο σε χαλαρούς δεσμούς.
- Την
αυτοκατάργηση των διανοούμενων και των εργατών στο εσωτερικό του κόμματος
και την σύνθεση τους ως επαναστάτες σε μια συνέχεια της μαρξικής
διαλεκτικής φιλοσοφίας - προλεταριάτου (Εισαγωγή στην Κριτική της
Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου)
- Την
ανελέητη κριτική στα αστικά ιδεολόγηματα περί ατομικής ελευθερίας και
ανεξαρτησίας πνεύματος και την υποταγή των ατομικών πεποιθήσεων στο
συλλογικό εκφραστή τους - το κόμμα.
- Τη
θέση πως η συνειδητή πάλη δεν μπορεί να περιορίζεται στον αγώνα ενάντια
στην κοινωνική ανισότητα ή τον περιορισμό της, αλλά προϋποθέτει μια
συνειδητή ρήξη με το σύνολο του αστικού καθεστώτος και του πολιτισμού κι
ένα σαφές εναλλακτικό σχέδιο ηγεμονίας.
- Τέλος την πεποίθηση πως το κόμμα εκτός από συλλογικός οργανωτής της εργατικής τάξης, οφείλει να αποτελεί το συλλογικό της διανοούμενο και να μορφοποιεί το κομμουνιστικό πρόταγμα, αλλά και να οικοδομεί ανώτερης ποιότητας κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στα μέλη, αποτελώντας έτσι και άρνηση του υπάρχοντος κόσμου, αλλά και πρόπλασμα του μέλλοντος.
Αυτό που έχει σημασία στα δύο αυτά κείμενα είναι πως
σηματοδοτούν, κατά τη γνώμη μου, μια θεωρητική και πρακτική προσπάθεια να
οριστούν οι σχέσεις κόμματος - τάξης και διανόησης - προλεταριάτου πέρα από
εύκολους αναγωγισμούς και λογικές υποκατάστασης. Ο Λένιν αφού έχει ολοκληρώσει
τη μελέτη των υλικών όρων που διαμορφώσαν το πλαίσιο εντός του οποίου
αρθρώνονται οι κοινωνικές τάξεις, επιχειρεί να υπερβεί μια στενή οικονομίστικη
ερμηνεία που ανάγει ακριβώς τις τάξεις και τις οργανώσεις τους στις οικονομικές
τους σχέσεις και σε μια νομοτελειακή ανάγνωση της ταξικής πάλης. Ακριβώς επειδή
έχει κατανοήσει την ιστορική - αντιφατική - διαδικασία εδραίωσης του καπιταλισμού,
μπορεί να στοχαστεί πάνω στους τρόπους ανατροπής του.
Ο Λένιν εισάγει με αυτή την έννοια στο περιεχόμενο των
τάξεων πολιτικά κι ιδεολογικά στοιχεία, πατάει στο υλικό έδαφος των κοινωνικών
σχέσεων για να ανυψωθεί πέρα από αυτό, αναζητώντας τις διαμεσολαβήσεις ανάμεσα
στο κοινωνικο (οικονομικό) και το πολιτικό. Ταυτόχρονα ,ακριβώς επειδή ο
θεωρητικός του στοχασμός λαμβάνει χώρα στο πραγματικό αντιφατικό πλαίσιο της
εποχής του και προσπαθεί να απαντήσει στα πρακτικά καθήκοντα, ιχνηλατεί το
δρόμο μέσω του οποίου το στοιχείο της βούλησης (κόμμα) θα μπορέσει να
αλληλεπιδράσει με τους δεδομένους συσχετισμούς, ώστε να τους τροποποιήσει.
Δίχως να αναμασά τον εν πολλοίς ηττημένο μπλανκισμό των ναρόντνικων, αναζητά
ένα ανώτερο σημείο σύνθεσης του. Επιδίωξη του λενινιστικού σχεδίου είναι ο
βολανταρισμός της πρωτοπορίας να μην υποτάσσεται στην «ωραιοποιημένη» εργατική
συνείδηση, να εντάξει τη διανόηση σε ένα επαναστατικό σχέδιο απαλλάσσοντάς την
από τις μικραστικές-ιδεαλιστικές της επιδράσεις με τελικό στόχο την οργάνωση
ενός επαναστατικού επιτελείου που πραγματώνοντας τη διαλεκτική σύνθεση (μέσω
αρνήσεων) διανόησης - προλεταριάτου θα κάνει πράξη την υπέρβαση των
καπιταλιστικών νομοτελειών, δηλαδή την επανάσταση.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου