Α
αβανιά η: συκοφαντία, η ρετσινιά, η δυσφήμηση, η
κατηγορία, η διαβολή, η κακολογία, απάτη, εξαπάτηση, δόλια, ύπουλη ενέργεια.
Παπαδιαμάντ.: μαζώξου σπίτι σου γριά, μη σου κολλήσουν καμιάν
αβανιά τώρα στα γεράματα. Παροιμ.: «Της αβανιάς το
γέννημα σε ποντισμένο μύλο.» Βαμβακάρ.: Δεν πάω πιά στο Πισκοπιό να
κάτσω στην πεζούλα / γιατί μου βγάλαν αβανιά πως αγαπώ μια
δούλα. Ηπίτης:συκοφαντία, διαβολή, κακολογία, απαντά εν τη παρ’
ημίν δημώδη γλώσσα·(διάλεκτ. Ηπείρου) ως κατάρα «κακή αβανιά»εννοείται
να σε πάρει, «τον έδωκε της αβανιάς και τον πήρε»,
«τον πήρε η αβανιά» < ιταλ. avania (= ζημία) <
αραβική, havan (= προσβολή).
αβανιάζω: συκοφαντώ, βάζω αβανιές, διαβάλλω, προδίδω,
κακολογώ, καταδίδω.
αβανιάρης ο: ο συκοφάντης, κουτσομπόλης, κακολόγος |
< βλ. αβανιά.
Αγγελής ο: Άγγελος.
αγιάρι το: μέτρο σύγκρισης. Κουκκίδης:τίτλος
νομίσματος, ακρίβεια νομίσματος ή ζυγαριάς, ρύθμισις, εξέλεγξις καρατίων χρυσών
ή αργυρών αντικειμένων, βαθμός καθαρότητας πολύτίμων μετάλλων (ayar). Έβγαλες
τ΄αγιάρι; Ποιό είναι τ’ αγιάρι; ορισμένο υπόδειγμα βάρους που δείχνει την
ακρίβεια της ζυγαριάς, υποδιαίρεση κλίμακας· έλεγχος με αντιπαραβολή. Η φράση
είναι στ’ αγιάρι= είναι σωστά, είναι εντάξει. Λέμε για κάποιον ειρωνικά: αυτός
δεν έχει τα α(ι)ιάρια= είναι ανισόρροπος | τουρκ. ayar.
αγγελοκάμωτος -η -ο: καμωμένος, φτιαγμένος σαν
άγγελος, όμορφος, ωραίος. Εφταλιώτης: Είναι λοιπόν, που λες,αγγελοκάμωτοι στ’
αλήθεια οι Κρητικοί. Όχι να πεις και πολύ αψηλόκορμοι, σαν το τραγούδι σου· μα
θαρρείς και τεχνίτης το ’χυσε το κορμί τους — τέτοια συμμετρία.
αγιαστούρα η: μάτσο βασιλικού μαζί με το Σταυρό με το
οποίο ο παπάς ευλογεί το εκκλησίασμα, ραντίζοντας με τον αγιασμό στο κεφάλι. Ο
παπάς με την αγιαστούρα του και με τη μαγκούρα
του.
«Άγιος κούκος»: στην παροιμ.: «Του χρόνου, τ”
αϊ-κούκου» [σ.σ. δηλ. ποτέ].»
Πηγή: Ερανιστής

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου